Νέα χρηματοδότηση από την ΕΕ, για τη προώθηση αγροτικών προϊόντων –Της Ειρήνης Αιμονιώτη

european, union, ευρωπαική, ένωση, ΕΕ

Το ποσό των 191 εκατ. Ευρώ, είναι διαθέσιμο για τους Ευρωπαίους αγρότες και τους παραγωγούς, που επιθυμούν να προωθήσουν τα προϊόντα διατροφής στο εσωτερικό, όσο και εκτός της ΕE. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε σε δελτίο Τύπου:

Τα προγράμματα προώθησης γεωργικών προϊόντων διατροφής στην ΕΕ το 2019 θα επικεντρωθούν κυρίως στις αγορές εκτός ΕΕ με το υψηλότερο αναπτυξιακό δυναμικό.

Στις 14 Νοεμβρίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε το πρόγραμμα εργασίας του 2019 για την πολιτική προώθησης, με 191,6 εκατ. Ευρώ που θα διατεθούν σε επιλεγμένα προγράμματα συγχρηματοδότησης από την ΕΕ. Αυτό αντιπροσωπεύει αύξηση κατά 12,5 εκατομμύρια ευρώ σε σύγκριση με το 2018.

89 εκατομμύρια ευρώ, θα διατεθούν για τις ενέργειες που πραγματοποιούνται σε χώρες με ισχυρή ανάπτυξη

-όπως ο Καναδάς, η Κίνα, η Κολομβία, η Ιαπωνία, η Κορέα, το Μεξικό και οι Ηνωμένες Πολιτείες

Ορισμένα από τα κονδύλια θα διατεθούν για την προώθηση συγκεκριμένων προϊόντων, όπως οι επιτραπέζιες ελιές.

Ο Phil Hogan, ευρωπαίος Επίτροπος για τη Γεωργία και την Αγροτική Ανάπτυξη, δήλωσε:

«Η Ευρώπη είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός τροφίμων και ποτών στο κόσμο. Είμαι στην ευχάριστη θέση να πω ότι η εφαρμογή και η μεγαλύτερη προσπάθεια προώθησης το 2019, θα εξασφαλίσει μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση για το θέμα αυτό…

 

 

Διαβάστε τη συνέχεια σε emvolos.gr

Το νέο πρόγραμμα προώθησης της φέτας ανέλαβε η NOVACERT ΕΠΕ

feta_2

Από τη NOVACERT ΕΠΕ ανακοινώνεται η ανάληψη των δύο έργων προώθησης της Φέτας ΠΟΠ:

 

  • στις αγορές της Γερμανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γαλλίας, συνολικού προϋπολογισμού 2.999.861,00 € με ποσοστό χρηματοδότησης των επιλεγμένων δράσεων 75% από την ΕΕ και
  • στις αγορές των ΗΠΑ και του Καναδά, συνολικού προϋπολογισμού 3.469.470,00 € με ποσοστό χρηματοδότησης των επιλεγμένων δράσεων 85% από την ΕΕ.

Μετά την υπογραφή των σχετικών συμβάσεων μεταξύ ΥΠΑΑΤ, ΕΛΓΟ “Δήμητρα” και αναδόχου, ο γενικός διευθυντής της NOVACERT κ. Ταμπαρόπουλος Αθανάσιος δήλωσε τα εξής: «Η εταιρία μας μέχρι σήμερα έχει να επιδείξει καθοριστική συμβολή στην εξωστρέφεια της οικονομίας, στηρίζοντας  μέσω της προώθησης μεγάλους εξαγωγικούς κλάδους όπως το ελληνικό κρασί, τα νωπά ροδάκινα, ακτινίδια και κηπευτικά, την κομπόστα, τα βιολογικά προϊόντα κ.ά. Μπροστά στη νέα πρόκληση για την προώθηση της Φέτας ΠΟΠ, με τη μεγάλη εμπειρία και την υψηλή τεχνογνωσία της ομάδας έργου, αλλά και με την άριστη συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων, είμαστε βέβαιοι ότι θα δημιουργήσουμε μια καμπάνια αντάξια ενός εθνικού προϊόντος – brand name της πατρίδας μας».

Αξίζει να σημειωθεί ότι μόνο την τελευταία δεκαετία, η NOVACERT έχει σχεδιάσει και υλοποιήσει ως εκτελεστικός οργανισμός:

  • 16 προγράμματα Ενημέρωσης και Προώθησης ευρωπαϊκών αγροδιατροφικών προϊόντων στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Κανονισμών (ΕΕ) 501/2008 και 1144/2014 και
  • 14 προγράμματα προώθησης οίνου στο πλαίσιο του μέτρου «Προώθηση οίνων σε αγορές τρίτων χωρών» σύμφωνα με τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς Καν. 1308/2013 και (ΕΚ) 1234/2007
  • Με συνολικό προϋπολογισμό άνω των 50 εκ. ευρώ

 

 

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο στο : www.emvolos.gr

 

Μέσα από τoυς συνεργατικούς σχηματισμούς περνάει η σωστή προώθηση του ελληνικού μελιού

BEE

Την ανάγκη ύπαρξης σταθερού νομοθετικού πλαισίου, την εφαρμογή της έρευνας στην παραγωγή, τη δημιουργία clusters (συνεργατικών σχηματισμών), αλλά και την καταγραφή των ελληνικών προϊόντων και των χαρακτηριστικών τους ως μέσο πάταξης των ελληνοποιήσεων, ζητούν οι Έλληνες μελισσοκόμοι.

Στα βασικά αυτά βήματα που πρέπει να πραγματοποιηθούν σε όλη την κλίμακα της παραγωγικής αλυσίδας, αναφέρθηκε, μιλώντας στην «ΥΧ», η κα Μαρία Ταξείδη, κτηνίατρος, μελισσοκόμος, γραμματέας στον μελισσοκομικό συνεταιρισμό Λέσβου και νέο μέλος στο ΔΣ του Συνδέσμου Ελληνικής Κτηνοτροφίας (ΣΕΚ).

Αν και, όπως μας επεσήμανε η κα Ταξείδη, η Ελλάδα αποτελεί μια από τις σημαντικότερες παραγωγούς χώρες στην ΕΕ (σ.σ. καταλαμβάνει την 3η θέση), με εξαιρετικής ποιότητας προϊόντα, απουσιάζει η οργάνωση αλλά και η ύπαρξη μιας ενιαίας μελισσοκομικής πολιτικής, ώστε ο κλάδος να αναπτυχθεί, πατώντας σε σταθερές βάσεις.

«Τα ζητήματα που μας απασχολούν χωρίζονται σε πολλούς άξονες. Ο πρώτος σχετίζεται με την παραγωγή και έχει να κάνει με το ότι εδώ και έναν χρόνο έχει ανοίξει η προγραμματική περίοδος και παρόλα αυτά ακόμα λειτουργούμε χωρίς να έχουν εκδοθεί οι απαραίτητες ΚΥΑ, που θα καθορίζουν τις λεπτομέρειες εφαρμογής των δράσεων και των προγραμμάτων επιδότησης των μελισσοκόμων», μας αναφέρει χαρακτηριστικά. Και προσθέτει: «Σαν συνεταιρισμοί, δεν έχουμε πρόβλημα να εφαρμόσουμε την πολιτική του υπουργείου. Το θέμα είναι να είναι συγκεκριμένη. Δεν είναι δυνατόν, με την αλλαγή της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας του ΥΠΑΑΤ, να αλλάζουν όλα. Θα πρέπει κάποια στιγμή να υπάρχει ενιαία πολιτική και ειδικά σε έναν τομέα όπως η μελισσοκομία, που είναι εξειδικευμένος. Είναι λοιπόν επιτακτική η ανάγκη ύπαρξης ενός σταθερού πλαισίου, ώστε να γνωρίζουμε και εμείς πού βαδίζουμε».

Κέντρα Μελισσοκομίας και εκπαίδευση

Επίσης, η μοναδική γυναίκα μέλος στο ΔΣ του ΣΕΚ, αναφέρθηκε και στον θεσμό των Κέντρων Μελισσοκομίας, σημειώνοντας τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν στην ανάπτυξη του κλάδου: «Εδώ και 15 περίπου χρόνια υπήρχε ο θεσμός των Κέντρων Μελισσοκομίας, ο οποίος, παρά τις στρεβλώσεις μέσα από τις οποίες λειτουργούσε, κατάφερε να φέρει τους γεωτεχνικούς κοντά στην παραγωγή και τους μελισσοκόμους. Αυτό αποτελεί ένα βασικό ζητούμενο για όλους τους κλάδους ζωικής και φυτικής παραγωγής και, ενώ στην μελισσοκομία καταφέραμε να το έχουμε, εδώ και δύο χρόνια προσπαθούμε να το διαλύσουμε».

Επιπλέον, σημείωσε ότι ένα ακόμα θέμα που αφορά το κομμάτι της παραγωγής έχει να κάνει με την επιδότηση των φαρμάκων. «Υπάρχει μια ασθένεια στη μελισσοκομία, η βαρροϊκή ακαρίαση (παράσιτο), για την οποία θα πρέπει να χορηγούνται τα κατάλληλα φάρμακα. Αυτό που ζητάμε από την πολιτεία είναι να υπάρχει ένα σταθερό πλαίσιο χρηματοδότησης των φαρμάκων –όπως συνέβαινε στο παρελθόν–, διότι είναι πάρα πολύ ακριβά και τελικά οι μελισσοκόμοι οδηγούνται στο να χρησιμοποιούν μη αδειοδοτημένα φάρμακα για την καταπολέμηση της νόσου, το οποίο είναι πάρα πολύ κακό για την ποιότητα της παραγωγής», εξηγεί.

Όσον αφορά την εκπαίδευση, τονίζει στην «ΥΧ» ότι θα πρέπει να γίνει «ποιο εξειδικευμένη και στοχευμένη στους Έλληνες παραγωγούς μελισσοκόμους, τόσο σε θέματα παραγωγής, όσο και σε ζητήματα νομοθεσίας κ.ά.».

 

 

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο στο: www.ypaithros.gr