Προϊόντα λίπανσης φιλικότερα προς το περιβάλλον εγκρίνει η ΕΕ

λιπάσματα, λίπανσης

Οι αντιπρόσωποι των κρατών μελών στην ΕΕ ενέκριναν σήμερα συμφωνία με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για νέους κανόνες όσον αφορά τη διάθεση προϊόντων λίπανσης στην αγορά της ΕΕ.

Ο κανονισμός εναρμονίζει τους κανόνες για τα λιπάσματα που παράγονται από οργανικές ή δευτερογενείς πρώτες ύλες στην ΕΕ, δημιουργώντας νέες δυνατότητες για την παραγωγή τους σε μεγάλη κλίμακα. Επιπλέον, θέτει εναρμονισμένα όρια για σειρά προσμείξεων που περιέχονται σε ανόργανα λιπάσματα.

Ο νέος κανονισμός θα φέρει στην αγορά ένα ευρύ φάσμα καινοτόμων και φιλικότερων προς το περιβάλλον λιπασμάτων. Τα λιπάσματα αυτά αναμένεται να οδηγήσουν σε αύξηση της γεωργικής παραγωγικότητας και καθαρότερο έδαφος. Έτσι θα ωφελήσουν τόσο τους παρασκευαστές και τους γεωργούς όσο και τους καταναλωτές γεωργικών προϊόντων.

κα Elisabeth Köstinger, Ομοσπονδιακή Υπουργός Βιωσιμότητας και Τουρισμού της Αυστρίας

Σύμφωνα με το σχέδιο κανονισμού, τα ενωσιακά προϊόντα λίπανσης που φέρουν τη σήμανση «CE» θα πρέπει να πληρούν ορισμένες απαιτήσεις, για να μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα στην εσωτερική αγορά της ΕΕ. Οι απαιτήσεις αυτές θα περιλαμβάνουν υποχρεωτικά μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα προσμείξεων, χρήση καθορισμένων κατηγοριών συστατικών υλικών και απαιτήσεις σήμανσης. Οι παρασκευαστές λιπασμάτων χωρίς τη σήμανση «CE» θα συνεχίσουν να έχουν τη δυνατότητα να τα διαθέτουν στην εθνική τους αγορά.

Ο νέος κανονισμός, ο οποίος θα αντικαταστήσει τον ισχύοντα κανονισμό του 2003 για τα λιπάσματα, καλύπτει όλα τα είδη λιπασμάτων (ανόργανα, οργανικά, βελτιωτικά εδάφους, υλικά που διεγείρουν την ανάπτυξη των φυτών κ.λπ.).

Θα τεθεί σε εφαρμογή τρία έτη από την έναρξη ισχύος του.

Επόμενα στάδια

Το σχέδιο κανονισμού θα πρέπει να εκδοθεί τυπικά από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Θα αρχίσει να ισχύει την 20ή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ.

 

Διαβάστε τη συνέχεια σε  agrocapital.gr

Νέα μελέτη του FAO δείχνει ότι η επίδραση της κτηνοτροφίας στο περιβάλλον είναι μικρότερη του αναμενόμενου

voskos_1

Υποβαθμίζονται οι συνέπειες της ζωικής παραγωγής για την παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια.

Μέχρι τώρα, η κτηνοτροφία θεωρούταν ο κλάδος της αγροδιατροφής ο οποίος είχε με διαφορά τη μεγαλύτερη επίπτωση στο περιβάλλον. Στο πλαίσιο της εκτροφής των ζώων, υπολογιζόταν ότι χρησιμοποιούνταν τεράστιες εκτάσεις για την παραγωγή ζωοτροφών και όχι αγροτικών προϊόντων προς ανθρώπινη κατανάλωση. Την αντίληψη αυτή έρχεται να ανατρέψει νέα μελέτη του FAO, η οποία αποκαλύπτει ότι ένα μεγάλο μέρος των ζωοτροφών, που χρησιμοποιούνται στον πλανήτη, παράγονται σε περιοχές οι οποίες δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να παραχθούν τρόφιμα για ανθρώπινη κατανάλωση, και ειδάλλως θα έμεναν αναξιοποίητες.

Όπως διαπιστώθηκε, το 86% των τροφίμων με τα οποία εκτρέφονται τα παραγωγικά ζώα δεν είναι κατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση. Ο λόγος για χορτονομές, υπολείμματα καλλιεργειών και λοιπά υποπροϊόντα. Η κατανάλωση όλων των παραπάνω από τα παραγωγικά ζώα δεν οδηγεί στην περιβαλλοντική επιβάρυνση του πλανήτη, ενόσω ο αυξανόμενος ανθρώπινος πληθυσμός στρέφεται ολοένα και περισσότερο στην κατανάλωση επεξεργασμένων τροφίμων.

Η μελέτη εστιάζει στους τύπους γης που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ζωοτροφών. Ο FAO εκτιμά ότι μέχρι το 2050, θα χρειαστούν 70% περισσότερα ζωικά προϊόντα για να τραφεί ο πλανήτης. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι από τα συνολικά 2,5 δισεκατομμύρια εκτάρια που απαιτούνται, 77% είναι λιβάδια, τα οποία περιέχουν μεγάλο μερίδιο βοσκότοπων που δεν υπάρχει η δυνατότητα να μετατραπούν σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Δεδομένου ότι οι περιοχές αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για βοσκή, καθίσταται σαφές ότι η κτηνοτροφική δραστηριότητα εκεί δεν επηρεάζει αρνητικά την παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια. Όμως, εάν οι συντελεστές μετατρεψιμότητας τροφής (δηλαδή της κατανάλωσης γραμμαρίων τροφής / αύξηση γραμμαρίων βάρους) των ζώων δεν βελτιωθούν, η έκταση της απαιτούμενης γης για την εκτροφή τους θα αυξηθεί στο μέλλον.

Στον αντίποδα, ορισμένα συστήματα παραγωγής συμβάλλουν άμεσα στην παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια, καθώς παράγουν περισσότερα πολύτιμα θρεπτικά συστατικά για τους ανθρώπους (π.χ. πρωτεΐνες) από όσα καταναλώνουν. Τα βοοειδή, για παράδειγμα, που βασίζονται στη βόσκηση και τις χορτονομές, χρειάζονται μόνο 0,6 kg πρωτεΐνης από ζωοτροφές για να παράξουν 1 κιλό πρωτεΐνης στο γάλα και το κρέας τους, η οποία έχει υψηλότερη διατροφική αξία. Συνεπώς, τα βοοειδή συμβάλλουν άμεσα στην παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια.

Όπως τονίζει ο FAO, τα τελευταία 30 χρόνια έχουν πραγματοποιηθεί ενθαρρυντικά βήματα για τη βελτίωση του συντελεστή μετατρεψιμότητας τροφής, μέσω της σύνθεσης των ζωοτροφών, της γενετικής βελτίωσης και της παροχής καλύτερων κτηνιατρικών υπηρεσιών.

 

 

 

 

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο στο: www.ypaithros.gr