Έως και 85% η απώλεια κέρδους για τους παραγωγούς επιτραπέζιου σταφυλιού της Λάρισας

σταφύλια

Στο 75% με 85% κυμαίνεται η απώλεια των κερδών για τους παραγωγούς επιτραπέζιων σταφυλιών Λάρισας λόγω του Ιανού, σύμφωνα με επιστολή που απέστειλε ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Επιτραπέζιου Σταφυλιού Λάρισας προς τον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης Σπήλιο Λιβανό, ζητώντας στήριξη των αμπελοκαλλιεργητών.

Στην επιστολή τονίζεται ότι την περσινή χρονιά και μετά τα ακραίο φαινόμενο του Ιανού, η μη αποζημιώσιμη ζημιά έφτασε ως και 35%.

Όπως αναφέρει η επιστολή:

«Κύριε Υπουργέ, με μεγάλη ικανοποίηση μαθαίνουμε ότι το πρόβλημα των αμπελοκαλλιεργητών της Θεσσαλίας απασχολεί τους υπευθύνους του Υπουργείου.

Σε συνεχεία της προηγούμενης επιστολής και επιθυμώντας να βοηθήσουμε το έργο σας θα σας παραθέσουμε επιπλέον στοιχεία για την εκτίμηση της ζημιάς.

Τα μέλη του Α.Σ. Επιτραπέζιου Σταφυλιού Λάρισας καλλιεργούν 350 στρέμματα ενώ στη Θεσσαλία υπολογίζονται περίπου στα 1500 στρέμματα παραγωγικά κατά το έτος 2020.

Ο υπολογισμός των οικονομικών επιπτώσεων του Ιανού όπως συζητήθηκε με τα μέλη της Ομάδας Παραγώγων Α.Σ. GRAPETEAM, της μοναδικής αναγνωρισμένης ομάδας παραγώγων επιτραπέζιου σταφυλιού της Θεσσαλίας, καθώς και γεωτεχνικών που συνεργάζονται με την GRAPETEAM είναι ο ακόλουθος.

Το κόστος παραγωγής υπολογίζεται στα 900 ευρώ χωρίς να υπολογίζεται το κόστος συγκομιδής. Αυτό περιλαμβάνει λίπανση και φυτοπροστασία στα 350 ευρώ, εργατικά 350 ευρώ και λοιπά έξοδα (ασφάλιση ΕΛΓΑ, καύσιμα, ρεύμα γεώτρησης, αναλώσιμα κ.α.) στα 200 ευρώ.

Τα έσοδα της καλλιέργειας, με μια μέση εμπορεύσιμη παραγωγή 1.800 κιλών ανά στρέμμα και μια τιμή 0,9 ευρώ /κιλό μείον 0,1 ευρώ/κιλό κόστος συγκομιδής, υπολογίζονται στα 1440 ευρώ.

Κατά την περσινή χρονιά και μετά τα ακραίο φαινόμενο του Ιανού, η μη αποζημιώσιμη ζημιά έφτασε ως και 35% όπως αποδεικνύεται και από το σχετικό έγγραφο του υποκαταστήματος Λάρισας του ΕΛΓΑ προσκομίζουμε.

Με μια μέση ζημία στο 25% η απώλεια εισοδήματος που προκύπτει είναι 360 ευρώ λόγω απώλειας παραγωγής καθώς και μείωσης της τιμής.

Μετά την έντονη βροχόπτωση και σε συνεννόηση με τους γεωτεχνικούς που παρακολουθούν τα κτήματα, προβήκαμε σε δυο ψεκασμούς κάλυψης με τουλάχιστον ένα μυκητοκτόνο για την αντιμετώπιση του βοτρύτη, το οποίο είναι από τα ακριβότερα μυκητοκτόνα.

Υπολογίζουμε ότι το κόστος έφτασε τα 20 ευρώ το στρέμμα ενώ χρειάστηκαν άλλα 30 ευρώ/στρέμμα για να καθαριστούν τα τσαμπιά από σκισμένες και πιθανόν μολυσμένες ρώγες.

Παράλληλα το κόστος συγκομιδής ανέβηκε 0,05-0,1 ευρώ/κιλό επιπλέον αφού οι εργάτες έπρεπε να καθαρίσουν ξανά τα τσαμπιά ενώ η ακαταλληλότατα πολλών από αυτά καθυστερούσε τη συγκομιδή, ανεβάζονται το κοστολόγιο άλλα 50-100 ευρώ /στρέμμα.

Έτσι μια εκμετάλλευση όπου μπορούσε να δώσει ένα προσδοκώμενο κέρδος περίπου στα 550 ευρώ /στρέμμα έφτασε να δίνει 80-130 ευρώ. Η απώλεια κέρδους ανέρχεται στο 75-85%.

Αυτό μας οδήγησε στο να ζητήσουμε τη συνδρομή του ΥΠΑΑΤ ώστε να αντιμετωπίσουμε τις επιπτώσεις μιας δύσκολης χρονιάς για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε και να είμαστε ανταγωνιστικοί σε μια δαπανηρή και απαιτητική καλλιέργεια έναντι των άλλων παραγώγων στις αγορές της Ευρώπης».

Ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Επιτραπέζιου Σταφυλιού Λάρισας έδωσε στη δημοσιότητα και την απάντηση του τοπικού υποκαταστήματος του ΕΛΓΑ σε αίτημά του για τις εκτιμήσεις σε κτήματα της περιοχής:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου στο: https://www.agro24.gr

Αφρικανική πανώλη των χοίρων: Oι κίνδυνοι στις υπαίθριες εκμεταλλεύσεις

Στην αξιολόγηση του κινδύνου εξάπλωσης της αφρικανικής πανώλης των χοίρων (ΑΠΧ) μέσω υπαίθριων χοιροτροφικών εκμεταλλεύσεων προχώρησε η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA), προτείνοντας μέτρα βιοασφάλειας και ελέγχου για τα υπαίθρια αγροκτήματα σε περιοχές της ΕΕ που πλήττονται από τη νόσο.

Η υπαίθρια εκτροφή χοίρων είναι κοινή στην ΕΕ. Ωστόσο, δεν υπάρχει νομοθεσία σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την κατηγοριοποίηση τέτοιων εκμεταλλεύσεων, με αποτέλεσμα οι πληροφορίες να είναι περιορισμένες. Η επιστημονική γνώμη βασίζεται σε στοιχεία που συλλέγονται από τις εθνικές κτηνιατρικές αρχές, τις ενώσεις αγροτών και την επιστημονική βιβλιογραφία.

Η επιτροπή για την υγεία και την καλή διαβίωση των ζώων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι υπαίθριες χοιροτροφικές εκμεταλλεύσεις ενέχουν σημαντικό κίνδυνο εισαγωγής και εξάπλωσης της ΑΠΧ. Παράλληλα, προτείνει την εγκατάσταση μονών στερεών ή διπλών περιφράξεων σε όλες τις υπαίθριες χοιροτροφίες σε περιοχές της ΕΕ όπου υπάρχει η ΑΠΧ, η οποία θα μπορούσε να μειώσει τον κίνδυνο εξάπλωσης έως και 50%.

Επιπλέον, η εφαρμογή ολοκληρωμένων, αντικειμενικών αξιολογήσεων βιοασφάλειας στο αγρόκτημα και η έγκριση υπαίθριων χοιροτροφικών εκμεταλλεύσεων βάσει του κινδύνου βιοασφάλειας θα μειώσει περαιτέρω τον κίνδυνο εισαγωγής και εξάπλωσης. Οι αξιολογήσεις εντός της φάρμας είναι ένα ισχυρό εργαλείο όχι μόνο για τη βελτίωση της βιοασφάλειας αλλά και για την αντιμετώπιση ευρύτερων ζητημάτων κτηνοτροφίας.

Η EFSA συνιστά ότι οι παρεκκλίσεις από τους ισχύοντες περιορισμούς στην υπαίθρια χοιροτροφία σε περιοχές που πλήττονται από ΑΠΧ θα μπορούσαν να εξεταστούν κατά περίπτωση, εάν εφαρμοστούν αυτά τα μέτρα βιοασφάλειας.

Προέλευση: https://www.neapaseges.gr

Στην πρώιμη συγκομιδή καρπού καλούνται να στραφούν οι παραγωγοί που καλλιεργούν παραδοσιακούς ελαιώνες

olive-oil-ελαιολαδο-ελιες

Άµεση στροφή προς το ποιοτικό ελαιόλαδο κορυφαίας κατηγορίας, γνωστό ως αγουρέλαιο,

 υποστήριξε ότι πρέπει να κάνουν οι παραδοσιακοί ελαιώνες στην Ισπανία, ο Αρτούρο Γκαρσία-Αγκούλο Καθηγητής στο Πανεπιστήµιο του Καντίζ και CEO της Oleum Excelsus ο οποίος επεσήµανε ότι µόνο αν διεκδικήσουν υψηλότερη τιµή για το προϊόν µπορεί να είναι βιώσιµοι. Έτσι κατά την παρουσίασή του στο 2ο ∆ιεθνές Συνέδριο του Κέντρου Ελιάς Krinos, ο κ. Αγκούλο επεσήµανε ότι παρά το γεγονός ότι η παραγωγή εκµηχανίστηκε ενώ σε ορισµένο βαθµό οι ελαιώνες έγιναν και αρδευόµενοι η πρόοδος της τελευταίας δεκαπενταετίας έχει σηµάνει το τέλος εποχής για τους παραδοσιακούς ελαιώνες.

Ο βασικός λόγος πίσω από το σηµερινό αδιέξοδο εντοπίζεται σε ένα παράγοντα που είναι η πολύ µικρή διαφορά τιµής που χωρίζει το εξαιρετικά παρθένο από το λάδι χαµηλής κατηγορίας ποιότητας (λαµπάντε) η οποία ανέρχεται γύρω στα 3 ευρώ το κιλό προϊόντος και δεν δίνει κίνητρο στον παραδοσιακό παραγωγό να στραφεί στο ποιοτικό ελαιόλαδο.

Εµπόδιο επιπλέον στον εκσυγχρονισµό αποτελεί το γεγονός ότι ο Ισπανός παραγωγός είναι σε σηµαντικό ποσοστό ετεροπαγγελµατίας µε περιορισµένες φιλοδοξίες για την ποιότητα ενώ απέχει ακόµη από την εφαρµογή ορθών καλλιεργητικών πρακτικών. Ακόµη κι αν αλλάξει η ελαιοκουλτούρα του παραγωγού όµως αυτό που λείπει είναι να αποκτήσει µπραντ και να ξεπεράσει τα προβλήµατα που δηµιουργεί η νοθεία και που το καθιστούν το τρόφιµο µε το χαµηλότερο πρεστίζ ίσως µετά το µέλι. Παράλληλα, όπως ανέφερε ο οµιλητής, παιδεία ποιοτικού ελαιόλαδου πρέπει να αποκτήσει και ο καταναλωτής ο οποίος και στην Ισπανία εξακολουθεί να θεωρεί καλό το ελαιόλαδο που έχει συνηθίσει να καταναλώνει και όχι αυτό που όσοι γνωρίζουν θεωρούν ποιοτικό.

Παρά το γεγονός ότι όσον αφορά στην ελαιοπαραγωγή επικρατεί η αντίληψη ότι η Ισπανία αποτελεί υπόδειγµα παραγωγής εντός της χώρας υπάρχουν παραγωγοί διαφορετικών ταχυτήτων. Έτσι στοιχεία που παρουσίασε ο οµιλητής δείχνουν ότι για έξι από τα δέκα τελευταία χρόνια  οι παραδοσιακοί ελαιώνες που µελέτησε το Πανεπιστήµιο της Χαέν καταγράφουν ζηµίες που τους καθιστά µη ανταγωνιστικούς σε σχέση µε την εντατική καλλιέργεια ελιάς (πυκνή και υπέρπυκνη).   Αιτία είναι ότι οι αραιοφυτεµένοι ελαιώνες καταγράφουν υψηλότερα κόστη παραγωγής που ξεπερνούν περίπου κατά 0.69 ευρώ ανά κιλό προϊόντος αυτά των εντατικών ελαιοκαλλιεργειών. Επιπλέον σε συνδυασµό µε τη διαφορά στις αποδόσεις που κυµαίνεται σε περίπου 200-600 κιλά ανά στρέµµα ανάµεσα στις παραδοσιακές και εντατικές εκµεταλλεύσεις οι επιδόσεις των πρώτων είναι συχνά στο «κόκκινο».

Ο µόνος λόγος έτσι που ο Ισπανός παραγωγός δεν εγκαταλείπει την καλλιέργεια όπως συχνά συµβαίνει και στις Ελληνικές παραδοσιακές εκµεταλλεύσεις είναι η επιδότηση που µεταβάλει τη ζηµία σε χαµηλή κερδοφορία της τάξης των 0.77 ευρώ ανά κιλό προϊόντος.

Ωστόσο η πραγµατικότητα της παγκοσµιοποιηµένης αγοράς ελαιόλαδου έχει ήδη αρχίσει να φέρνει αλλαγή νοοτροπίας εντός της Ισπανίας. «Οι συνεταιρισµοί που έχουν διεθνή αντίληψη του χώρου έχουν αλλάξει προσέγγιση διότι αντιλαµβάνονται ότι η ποιότητα είναι µονόδροµος απέναντι στον ανταγωνισµό από τρίτες χώρες. Επιπλέον το αγουρέλαιο έχει κερδίσει έδαφος στην εκτίµηση του καταναλωτή.

Σήµερα στο ισπανικό ράφι µπορεί κανείς να βρει περίπου 100 ετικέτες το οποίο αποτελεί µεγάλη πρόοδο αν αναλογιστούµε ότι πριν από δεκαπέντε χρόνια οι παραγωγοί αγουρέλαιου δεν ξεπερνούσαν τους 10-15 στο σύνολό τους», θα πει ο κ. Γκαρσία-Αγκούλο.

Αποζημιώσεις για ζημιές σε αμπέλια και ελιές ζητούν οι Κρητικοί

Την Παρασκευή συνεδρίασε το Διοικητικό Συμβούλιο της Οργάνωσης Αμπελουργών και Ελαιοπαραγωγών Κρήτης (ΟΑΕΚ).

Στο Διοικητικό Συμβούλιο, λέει μιλώντας στον ΑγροΤύπο ο πρόεδρος της ΟΑΕΚ, κ. Πρίαμος Ιερωνυμάκης τέθηκαν επί τάπητος όλα τα ανοιχτά για τον αγροτικό κόσμο του νησιού, ζητήματα.

Κύριο πρόβλημα είναι το θέμα των δασικών χαρτών και των διορθώσεων που δεν έρχονται παρά τα όσα έχει υποσχεθεί ο αρμόδιος υπουργός Περιβάλλοντος Κώστας Σκρέκας.

Επίσης, σύμφωνα με τον κ. Ιερωνυμάκη, μείζον είναι το θέμα των ζημιών από τον καιρό και την κλιματική αλλαγή στις ελαιοκαλλιέργειες αλλά και τα αμπέλια, σε συνδυασμό με τις αποζημιώσεις (φάκελος Αυγουλά), για τις προπέρσινες ζημιές στις ελιές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου στο: https://www.agrotypos.gr

Κανονικά οι ελληνικές εξαγωγές πουλερικών στην Αλβανία

chickens

Κανονικά εξάγονται από σήμερα τα ελληνικά πουλερικά στην Αλβανία καθώς,

μετά από συντονισμένες ενέργειες της Ελληνικής Κυβέρνησης με πρωτοβουλία της αρμόδιας Υφυπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων, κ. Φωτεινής Αραμπατζή, η Υπουργός Γεωργίας της Αλβανίας, κ. Milva Ekonomi ανακάλεσε σήμερα, 11 Ιουνίου 2021, απόφασή της από τις 4 Ιουνίου 2021, με την οποία απαγορεύονταν οι εισαγωγές πουλερικών από συγκεκριμένες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας.

Η κ. Αραμπατζή, αμέσως μόλις κοινοποιήθηκε η απόφαση στις ελληνικές αρχές, ενημέρωσε τις αρμόδιες διπλωματικές αρχές και το Υπουργείο Εξωτερικών καθώς και το διπλωματικό γραφείο του Πρωθυπουργού, κ. Κυριάκου Μητσοτάκη.

Την ίδια ημέρα απέστειλε επιστολή στην κMilva Ekonomi ζητώντας την άμεση ανάκληση της απόφασης, η οποία, όπως επισήμανε «δεν δικαιολογείται από την τρέχουσα επιδημιολογική κατάσταση της νόσου στην Ελλάδα, καθώς αφορά «κρούσμα» της «γρίπης των πτηνών» που εντοπίστηκε σε άγριο πτηνό στο πλαίσιο του εθνικού προγράμματος (προληπτικής) παρακολούθησης της υγείας του πληθυσμού των πτηνών και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις κατευθυντήριες οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού για την Υγεία των Ζωών (ΟΙΕ), μέλος του οποίου είναι και η Αλβανία.

Ο ΟΙΕ ορίζει με σαφήνεια, πως οι χώρες μέλη δεν μπορούν να επιβάλουν μέτρα απαγόρευσης εμπορίου ως απάντηση για εντοπισμό κρούσματος σε άγριο πτηνό, όπως αυτό που εντοπίστηκε στην Ελλάδα στις 20.04.2021», σημείωνε η κ. Αραμπατζή προσθέτοντας με έμφαση πως «η  Ελλάδα τήρησε πλήρως τις υποχρεώσεις της, που επισημαίνονται ρητά στο σχετικό άρθρο του ΟΙΕ, ενημερώνοντας τον Οργανισμό για την ύπαρξη του σχετικού κρούσματος σε άγριο πτηνό και όχι σε πουλερικά».

Ταυτόχρονα, η κ. Φωτεινή Αραμπατζή καθιστούσε σαφές ότι «η απόφαση παραβιάζει ξεκάθαρα και την ενωσιακή νομοθεσία, από την οποία απορρέουν για την Αλβανία συγκεκριμένες δεσμεύσεις καθώς έχει υπογράψει συμφωνία σύνδεσης με την ΕΕ. Δεσμεύσεις που αναφέρουν ρητά ότι δεν λαμβάνονται περιοριστικά του ελεύθερου εμπορίου  μέτρα για τον κλάδο της πτηνοτροφίας, σε περίπτωση εντοπισμού κρούσματος σε άγριο πτηνό».

Στο ίδιο μήκος κύματος και σε συνεννόηση με την Υφυπουργό κινήθηκε και το Υπουργείο Εξωτερικών και ο αρμόδιος για την εξωστρέφεια και την οικονομική διπλωματία Υφυπουργός κ. Κώστας Φραγκογιάννης, προχωρώντας στις δέουσες ενέργειες.
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου στο: https://www.agrocapital.gr